ΠΑΛΑΙΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΟΥ

Η Βασιλική του Αγίου Στεφάνου

του Αρχιμανδρίτη Κωσταντίνου Μανώτη

21/11/2004

Στις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνα, με το διάταγμα των Μεδιολάνων (313 μ.Χ.) η χριστιανική πίστη κηρύχτηκε ελεύθερη και ισότιμη με τις άλλες γνωστές τότε θρησκείες. Το κλίμα θριάμβου που επικράτησε στο χώρο της Εκκλησίας και οι νέες λατρευτικές και ποιμαντικές ανάγκες που προέκυψαν με τον εμπλουτισμό της λατρείας και την αθρόα προσέλευση πιστών δημιούργησαν την ανάγκη νέων χώρων λατρείας. Έτσι έχουμε την ίδρυση των πρώτων μεγαλόπρεπων ναών, αρχικά στην Παλαιστίνη (από το Μ. Κων/νο και τη μητέρα του Αγ. Ελένη) και αργότερα σ' όλο το τρίγωνο Αγίων Τόπων-Ρώμης-Κων/πολης, που ονομάστηκαν Βασιλικές.

Η ονομασία «Βασιλική» είναι μετάφραση του λατινικού όρου «basilica» επιθέτου που προσδιόριζε το ουσιαστικό porticus (=στοά, πόρτα, ναός). Αλλά το λατινικό επίθετο basilicus, a, urn (=βασιλικός, ή, όν) είναι μετά­φραση του ελληνικού επιθέτου Βασιλική (Βασιλική εκκλησία). Συνεπώς από τους ελληνικούς όρους «Βασιλική εκκλησία» προήλθαν οι λατινικοί «basilicus porticus» και τελικά επικράτησε μόνο το επίθετο basilica -Βασιλική- που έγινε ουσιαστικό. Έτσι ο χώρος μέσα στον οποίο λατρευόταν ο Βασιλέας Χριστός ονομάστηκε σ' ολόκληρο τον κόσμο Βασιλική (εκκλησία).

Τα κύρια χαρακτηριστικά του νέου αυτού τύπου ναού είναι η δρομική κάτοψη, ο άξονας δηλ. του μήκους, και η έξαρση του βάθους και του ύψους. Ο τύπος της Βασιλικής είναι εξέλιξη αρχιτεκτονική κτιρίων που προϋπήρχαν και πρέπει μάλλον να συσχετιστεί περισσότερο με τις ιουδαϊκές συναγωγές και με τα παλιά σπίτια συγκέντρωσης των Χριστιανών αλλά και με τα «Μαρτύρια» και τα νεκρικά παρεκκλήσια των κατακομβών.

Το νησί της Κω έχει (λόγω της θέσης του στο εσωτερικό του τριγώνου Παλαιστίνη-Ρώμη-Κων/πολη) να παρουσιάσει πλήθος από Παλαιοχριστιανικές Βασιλικές.

Απ' όλες τις Βασιλικές που ανακαλύφτηκαν από την αρχαιολογική σκα­πάνη στο νησί η μεγαλοπρεπέστερη και πιο άρτια διατηρημένη είναι η Βασιλική του Αγίου Στεφάνου, που βρίσκεται κοντά στον ισθμό της Κεφάλου, «εις γραφικωτάτην παρά την θάλασσαν (γήινην) γλώσσαν» κατά τον καθ. Αναστ. Κ. Ορλάνδο, ακριβώς απέναντι από τη νησίδα Καστρί. Στην πραγματικότητα πρόκειται για σύμπλεγμα δύο Βασιλικών που είναι χτισμένες πάνω σε βράχο και διατηρούνται σε άριστη κατάσταση (σχεδιάγραμμα).

Η αποκάλυψη τους οφείλεται στον Ιταλό καθηγητή Laurenzi και η ανοικοδόμηση τους υπολογίζεται μεταξύ του 469 και 554 μ.Χ., μεταξύ δηλ. των δύο μεγάλων καταστρεπτικών σεισμών που έπληξαν το νησί, από τους οποίους ο δεύτερος υπήρξε μοιραίος για το μνημείο.

Σύμφωνα με τον καθ. Ορλάνδο που μελέτησε το μνημείο η πρόσβαση σ' αυτό γινόταν κυρίως από τη θάλασσα αλλά και από την αμμώδη ξηρά.

Η νότια Βασιλική (φωτ. 16) διαστάσεων 22,85 χ 15,50 μ. είναι μεγαλύ­τερη και προγενέστερη της άλλης. Οι τοίχοι ολόκληρου του συγκροτήματος είναι κατασκευασμένοι από ντόπιο κοκκινωπό πωρόλιθο. Αν κρίνει κανείς από τα διασωθέντα θεμέλια της Βασιλικής πρέπει να υπήρχε κάποιος θολωτός πυλώνας που οδηγούσε στο «Αίθριο». «Αίθριο» (φωτ. 17) ονομάζεται η ορθογώνια αυλή μπροστά από την πρόσοψη της Βασιλικής που περιστοιχίζεται από γρανιτένιους κίονες (κολώνες) μερικοί από τους οποίους έχουν αναστηλωθεί. Το «Αίθριο» εξυπηρετούσε πρακτικούς και κοινωνικούς σκοπούς, και πριν από τη διαμόρφωση του νάρθηκα, και λειτουργικούς. Στο κέντρο του «Αίθριου» υπάρχουν λείψανα περίοπτης φιά­λης (βρύσης) που υπήρχε πάντα στις Βασιλικές προκειμένου να καλύπτονται οι ανάγκες των πιστών σε πόσιμο νερό αλλά και για την κάθαρση τη σωματική και ψυχική που γινόταν με το συμβολικό νήψιμο.

Μετά τη διαδικασία της κάθαρσης οι πιστοί εισέρχονταν στο «Νάρθηκα» ενώ στο «Αίθριο» παρέμεναν οι κατηχούμενοι, οι «προσκλαίοντες» (αυτοί που τους είχε επιβληθεί εκκλησιαστικό επιτίμιο) και όσοι έπασχαν από φρενοβλάβεια (χειμαζόμενοι).

Λόγω της έλλειψης χώρου το ορθογώνιο αίθριο της Βασιλικής του Αγί­ου Στεφάνου είναι τοποθετημένο πλαγιαστά. Επειδή το δάπεδο του αίθριου βρίσκεται εδώ σε χαμηλότερη στάθμη από το δάπεδο του νάρθηκα και του κυρίως ναού, η πρόσβαση σ' αυτούς τους χώρους γινόταν με βαθμίδες (σκαλοπάτια) που είχαν λαξευθεί σ' όλο το μήκος της ανατολικής πλευράς του αίθριου.

Ανεβαίνοντας τα λαξευτά σκαλοπάτια ερχόμαστε στο νάρθηκα, που εί­ναι στενός και επιμήκης χώρος με εγκάρσια διάταξη στον κύριο άξονα του κτιρίου. Επειδή οι πιστοί δεν έπρεπε να βλέπουν «απευθείας» όσα γίνονταν στο ιερό βήμα η είσοδος από το αίθριο στο νάρθηκα γίνονταν από τις δύο πλάγιες πόρτες που υπάρχουν.

Στο κέντρο του δαπέδου του νάρθηκα υπάρχει ψηφιδωτή παράσταση δύο παγωνιών, στα κενά που σχηματίζονται μεταξύ κεντρικού κύκλου και του τετραγώνου που τον περιβάλλει, καθώς και παράσταση αετού με ανοι­χτά φτερά στο κέντρο του πλέγματος που διακοσμεί τον παραπάνω κύκλο. Το όλο σύμπλεγμα συμπληρώνουν παραστάσεις πτηνών σε διάφορες στάσεις (φωτ. 19, 25,26).

Αμέσως μετά το νάρθηκα ερχόμαστε μέσα από τις τρεις πύλες στον «Κυρίως ναό», στο χώρο δηλαδή που γίνονταν οι συγκεντρώσεις των πι­στών για τη συμμετοχή τους στη θεία λατρεία. Στο δάπεδο της κεντρικής εισόδου υπάρχει ψηφιδωτή επιγραφή (φωτ. 27).

Ο κυρίως ναός έχει σχήμα ορθογώνιο και καταλήγει στην αψίδα του Ιερού. Είναι τρίκλιτος, δηλ. έχει δύο κιονοστοιχίες οι οποίες τον διαιρούν σε τρία μέρη, τα κλίτη, από τα οποία το μεσαίο είναι πλατύτερο των δύο πλαγίων. Οι κίονες (κολώνες) είναι κατασκευασμένες από λευκό μάρμαρο και έχουν ιωνικά κιονόκρανα (φωτ. 20) με επίθυμα. Το κενό μεταξύ των κιόνων κλεινόταν κάτω με μαρμάρινες ανάγλυφες πλάκες (θωράκια) λεί­ψανα των οποίων σώζονται και σήμερα.

Το μεσαίο κλίτος ασφαλώς θα είχε μεγαλύτερο ύψος από τα δύο πλά­για, αφού αυτή η τεχνική ήταν συνηθισμένη προκειμένου να εξασφαλίζεται καλύτερος φωτισμός τόσο από τα παράθυρα των πλευρικών κλιτών όσο και από τα παράθυρα-φωταγωγούς του μεσαίου υπερυψωμένου κλίτους. Στο μέσο ή λίγο πλάγια του μεσαίου κλίτους υπήρχε μαρμάρινος άμβωνας του οποίου σώζεται μεγάλο κομμάτι με λαξευμένα σκαλοπάτια (φωτ. 21). Το δάπεδο του κυρίως ναού είναι διακοσμημένο με ψηφιδωτούς συμπλεκόμενους σηρικούς τροχούς (φωτ. 22).

Το «Ιερό Βήμα» ή «πρεσβυτέριο» χωρίζεται από τον κυρίως ναό με τα υπολείμματα του μαρμάρινου φράγματος (τέμπλου). Είναι ελαφρά υπερυψωμένο σε σχέση με τον κυρίως ναό, γιατί είναι χώρος προορισμένος για τον ιερό κλήρο. Στο κέντρο του Ιερού Βήματος βλέπουμε το μαρμάρινο  απομεινάρι της «Αγίας Τράπεζας» (φωτ. 23), που προφανώς είναι η κάτω πλάκα πάνω στην οποία στηρίζονταν τα τέσσερα πόδια της (κιονίσκοι). Είναι ορθογωνίου σχήματος με ανάγλυφο πλαίσιο στα πλάγια.

Γύρω από την Αγία Τράπεζα σε σχήμα θεατροειδές βρίσκονται τα ίχνη του «Συνθρόνου». Είναι οι θέσεις των πρεσβυτέρων με τον Επίσκοπο στο κέντρο. Το σύνθρονο έχει μεγάλη σπουδαιότητα γιατί είναι το σύμβολο της κηρυκτικής, βασιλικής και ιερατικής ιδιότητας του Επισκόπου ο οποίος ει­κονίζει το Χριστό.

Με μια πόρτα που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του ναού, κοντά στο νάρθηκα περνάμε σε άλλη μικρότερη Βασιλική που ακουμπά στο βόρειο τοίχο της πρώτης (φωτ. 15). Είναι και αυτή τρίκλιτη, με τη διαφορά ότι οι κιονοστοιχίες που χωρίζουν τα κλίτη μεταξύ τους αποτελούνται από κίονες που εναλλάσσονται με πεσσούς (ορθογώνια κτιστά στηρίγματα).

Σε καλή κατάσταση έχει διατηρηθεί το σύνθρονο και τα θεμέλια του τέμπλου. Το δάπεδο είναι διακοσμημένο με ψηφιδωτές γεωμετρικές και φυτικές παραστάσεις (φωτ. 18). Ακριβώς πίσω από την κόγχη του ιερού της δεύτερης αυτής Βασιλικής και βορειοανατολικά του όλου συγκροτήματος βλέπουμε τα ερείπια του «Βαπτιστηρίου». Είναι ο χώρος που γίνονταν οι βαπτίσεις μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας της κατήχησης (φωτ. 24). Το σχήμα του είναι σχεδόν τετράγωνο με διαστάσεις εσωτερικά 10,55 x 9,45 μ. Το «φωτιστήριο» (ιδιαίτερος χώρος των βαπτίσεων) είναι επίσης τετράγωνο και περιβάλλεται από όλες τις πλευρές του από ορθογώνιους δια­δρόμους με τους οποίους επικοινωνεί με τρεις πόρτες στη βόρεια, δυτική και νότια πλευρά του. Οι τοίχοι του φωτιστηρίου έχουν πλάτος 0,58 μ. Στις τέσσερις γωνίες του υπάρχουν τέσσερεις χτιστοί πεσσοί τετράγωνοι, με διαστάσεις 0,42 x 0,42 μ. που στήριζαν ασφαλώς τα τόξα του χτιστού χαμηλού ημισφαιρικού τρούλλου. Το δάπεδο του φωτιστηρίου καλύπτεται από μαρμάρινες πλάκες, ενώ τα δάπεδα των διαδρόμων που το περιβάλλουν καλύπτονται με ψηφιδωτές παραστάσεις οκτάκτινων αστεροειδών σχημάτων και μεταξύ τους υπάρχουν τετράγωνα ορθά και κατά κορυφή, που περιέχουν γεωμετρικές και φυτικές διακοσμήσεις ή πτηνά. Υπάρχουν επίσης σηρικοί τροχοί που διανθίζονται με σχήματα αλυσοειδούς ταινίας, τόξου της ίριδος και κυματοειδούς ταινίας (φωτ. 25, 26).

Το συγκρότημα του Βαπτιστηρίου επικοινωνεί άμεσα τόσο με τη μεγάλη Βασιλική με πόρτα που ανοίγει στο ανατολικό τμήμα του τοίχου της, όσο και με τη μικρότερη με άλλη πόρτα στην ανατολική πλευρά του βορείου κλίτους της.

Η κολυμβήθρα που βρίσκεται στο μέσο του φωτιστηρίου δε διατηρείται δυστυχώς σε καλή κατάσταση. Αυτή είναι χτισμένη με πέτρες και κορασάνι και έχει εσωτερικά και εξωτερικά μαρμάρινη επένδυση. Εσωτερικά στο κατώτερο τμήμα της έχει σχήμα τετραγώνου, στη μέση διαμορφώνεται ο­κταγωνική και στο πάνω τμήμα της ήταν πιθανώς σταυροειδής. Αυτού του υποτιθέμενου σταυρού διατηρείται το δυτικό σκέλος στο οποίο υπάρχουν δύο σκαλοπάτια ύψους 0,20 και 0,37 μ. Τα χείλη της κολυμβήθρας απέχουν από το δάπεδο κατά 0,22 μ. και το πάχος τους είναι 0,22 μ.. Το βάθος της ήταν 0,82 μ..

Εκτός από το Βαπτιστήριο το σύμπλεγμα διαθέτει και άλλους χώρους (προσκτίσματα). Έτσι, μέσα από ένα μακρύ διάδρομο σ' όλο το μήκος της νότιας πλευράς του κυρίως ναού μπορούσε κανείς να περάσει από το αίθριο στο αμέσως δεξιά αψιδωτό διαμέρισμα του «διακονικού» και στα βοηθητικά διαμερίσματα που βρίσκονται πλάγια από το ιερό. Το διακονικό είναι το ιδιαίτερο διαμέρισμα στο οποίο τοποθετούσαν οι πιστοί τις προσφορές (άρτο, οίνο, μέλι, κερί κλπ.) από τις οποίες οι διάκονοι μετέφεραν τις απαραίτητες για τη Θ. Λειτουργία στην τράπεζα της προθέσεως η οποία υπήρχε μπροστά από το Ιερό Βήμα. Το διαμέρισμα που βρίσκεται δίπλα στο ιερό χρησίμευε προφανώς σαν σκευοφυλάκιο όπου φυλάσσονταν τα ιερά σκεύη και τα λατρευτικά αντικείμενα του ναού.

Εκτός από το συγκρότημα των Βασιλικών του Αγίου Στεφάνου υπάρχει στην περιοχή της Κεφάλου και συγκεκριμένα στους βόρειους πρόποδες του Ζηνιού, η παλαιοχριστιανική Βασιλική του Καμαρίου (φωτ. 28, 29).

Είναι και αυτή τρίκλιτη καθώς το κύριο (κεντρικό) κλίτος χωρίζεται α­πό τα πλευρικά κλίτη με δύο κιονοστοιχίες των δέκα κιόνων η κάθε μία.· Αυτό το κεντρικό κλίτος καταλήγει στο ανατολικό άκρο σε ημικυκλική αψίδα. Στη βορειοανατολική γωνία αυτής της εκκλησίας εφάπτεται μια πρό­σθετη ημικυκλική αψιδωτή κατασκευή. Στο δυτικό άκρο του ναού βρίσκε­ται ο «Νάρθηκας» με τον οποίο επικοινωνούν τα κλίτη με χωριστές εισόδους. Ο μπροστινός τοίχος του νάρθηκα είναι διπλός. Διακρίνεται ο πρωταρχικός τοίχος και ένας δεύτερος που κτίστηκε εξωτερικά για ενίσχυση του πρώτου. Αυτός ο εξωτερικός τοίχος που συνεχίζεται στη νότια πλευρά της Εκκλησίας αποτελεί το νότιο εξωτερικό τοίχο ενός διαδρόμου που πορεύεται σ' όλο το μήκος της νότιας πλευράς του ναού.

Η διακόσμηση του δαπέδου του κεντρικού κλίτους αποτελείται από έ­ναν πολύχρωμο ψηφιδωτό τάπητα που τον περιβάλλει τριζωνικό πλαίσιο. Οι ψηφίδες του μωσαϊκού διατάσσονται σε γραμμωτές δεσμίδες που διαγράφουν κύκλους με την ελικοειδή διαπλοκή τους (φωτ. 30). Ψηφιδωτά υπάρχουν και στα πλευρικά κλίτη. Οι τύποι των μωσαϊκών αυτών είναι τέσσερις. Οι τρεις απ' αυτούς είναι αμιγώς γεωμετρικοί. Ο τέταρτος αποτελείται από κύκλους μέσα στους οποίους εικονίζονται λατρευτικά αντικείμενα και σύμβολα (αρτοφόρια, ψάρια, άγκυρες κ.ά.). Έκπληξη προκαλεί ο περικλεισμένος σε κύκλους διπλός πέλεκυς, που είναι γνωστό Μυκηναϊκό σύμβολο και παρόμοιο του δεν έχει βρεθεί σε χριστιανικό ναό. Αξιοσημείωτα ευρήματα είναι επίσης και μια πέτρα με ξαλεμένο πάνω σε κύκλο σταυρό από τα άκρα του οποίου κρέμονται τα γράμματα Α και Ω, καθώς και μια πλάκα με αρχαία επιγραφή (φωτ. 31).

Η ύπαρξη αυτών των μνημείων καθώς και άλλων μικρών και όχι καλά διατηρημένων που είναι διάσπαρτα σ' όλη την περιοχή της Κεφάλου δεί­χνουν ότι ήδη από τις αρχές του τετάρτου αιώνα μ.Χ. υπήρχε στην περιοχή οργανωμένη και ακμάζουσα χριστιανική κοινότητα διακρινόμενη για την ευσέβεια της. Τα μνημεία αυτά αποτελούν για τους σημερινούς Κεφαλιανούς μια πολύτιμη πολιτιστική και πνευματική παρακαταθήκη.

ΑΡΧΙΜ. ΚΩΝ/ΝΟΣ ΜΑΝΙΩΤΗΣ

Βιβλιογραφία:

1.  .    Αντουράκης Γεώργιος     :  Χριστιανική Αρχαιολογία, Αθήνα 1987.

2.        Ορλάνδος Αναστάσιος    : Η Ξυλόστεγος Παλαιοχριστιανική Βασιλική της Μεσογειακής Λεκάνης, Τόμ. Α' και Β', Αθήνα 1952.

3.        Μητροπ. Κω Εμμανουήλ : Εκκλησία Κω Δωδεκανήσου, Τόμ. Α', βιβλ. Δεύτερο, Αθήνα 1970.

4.        Βολανάκης Ιωάν.             : Τα παλαιοχριστιανικά Βαπιστήρια της Ελλάδος, Αθή­να 1976.

5.     Balducci Hermes               : Basiliche Protocristiane e Bizantine on Coo, Ρανία 1936.